Τελευταία Νέα
Διεθνή

Παγίδα θανάτου σε Τουρκία και Πακιστάν στήνει η Σαουδική Αραβία, επικίνδυνο σχέδιο με τη Συμφωνία της Μέκκας – Τρόμος οι Houthi

Παγίδα θανάτου σε Τουρκία και Πακιστάν στήνει η Σαουδική Αραβία, επικίνδυνο σχέδιο με τη Συμφωνία της Μέκκας – Τρόμος οι Houthi
Γιατί η Σαουδική Αραβία χρειάζεται πλέον τη συνδρομή δύο ισχυρών μουσουλμανικών κρατών για να αντιμετωπίσει ένα κίνημα από την Υεμένη που, παρά τους πολυετείς βομβαρδισμούς και την τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων του, εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη;
Η στρατιωτική συνεργασία του Ριάντ με την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ αλλάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα των Houthi, η δύσκολη γεωγραφία της Υεμένης και ο κίνδυνος εμπλοκής περισσότερων κρατών δημιουργούν ένα κρίσιμο ερώτημα: πρόκειται για μια νέα αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας ή για μια προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας να μοιραστεί το κόστος ενός πολέμου που δεν κατάφερε να κερδίσει;
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο στρατιωτικής αναδιάταξης, με την Υεμένη να βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης περιφερειακής αντιπαράθεσης.
Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν επιχειρούν να μετατρέψουν τη στρατηγική τους συνεργασία σε έναν αποτελεσματικό μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, με άμεσο αντίκτυπο στην αναμέτρηση με το κίνημα Ansar Allah, γνωστό διεθνώς ως Houthi.

pakistan_8.jpg
Ενεργοποίηση της Συμφωνίας της Μέκκας 

Η συμφωνία κοινής άμυνας της Μέκκας, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026, προβλέπει ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Στις 5 Οκτωβρίου, οι τρεις χώρες συμφώνησαν να ενεργοποιήσουν μέτρα συλλογικής αποτροπής, ανοίγοντας τον δρόμο για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων στη Σαουδική Αραβία.
Πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις περί ασφάλειας, ωστόσο, αναδύεται ένα βαθύτερο στρατηγικό ερώτημα.
Γιατί το Ριάντ χρειάζεται πλέον τη συνδρομή δύο ισχυρών μουσουλμανικών κρατών για να αντιμετωπίσει ένα κίνημα από την Υεμένη που, παρά τους πολυετείς βομβαρδισμούς και την τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων του, εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη;
Η απάντηση ενδέχεται να βρίσκεται λιγότερο στην προοπτική μιας αποφασιστικής στρατιωτικής νίκης και περισσότερο στην επιθυμία της σαουδαραβικής ηγεσίας να μεταβάλει τους πολιτικούς συσχετισμούς.
mecca.webp

Η Ansar Allah και τα όρια της στρατιωτικής ισχύος

Η εμπειρία της Υεμένης έχει αποδείξει ότι η τεχνολογική υπεροχή δεν εγγυάται τον έλεγχο του πεδίου των επιχειρήσεων.
Από το 2015, η Σαουδική Αραβία και οι εταίροι της επένδυσαν τεράστιους πόρους στην αντιμετώπιση των Houthi, χωρίς να πετύχουν τον αρχικό στόχο της στρατιωτικής εξουδετέρωσής τους.
Η Ansar Allah ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο μοντέλο πολέμου, συνδυάζοντας ανταρτοπόλεμο, πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και επιχειρήσεις εναντίον στρατηγικών υποδομών.
Οι μαχητές της διαθέτουν μακρόχρονη εμπειρία στο δύσβατο περιβάλλον της Υεμένης, όπου οι ορεινοί όγκοι, οι απομακρυσμένες περιοχές και οι περιορισμένες γραμμές ανεφοδιασμού δυσκολεύουν ακόμη και καλά εξοπλισμένους στρατούς.
Η ανθεκτικότητα αυτή αποτελεί στρατιωτικό δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Δεν συνεπάγεται, βέβαια, ότι η Ansar Allah είναι άτρωτη ή ότι οι ενέργειές της στερούνται σοβαρών συνεπειών.
Οι πυραυλικές επιθέσεις εναντίον πολιτικών εγκαταστάσεων και η απειλή της εμπορικής ναυσιπλοΐας προκαλούν ανθρώπινες απώλειες και κινδύνους για την περιφερειακή οικονομία.
Ωστόσο, η στρατιωτική επιβίωση των Houthi απέναντι σε ισχυρότερους αντιπάλους αποτελεί μια από τις βασικές εξηγήσεις για τις δυσκολίες της σαουδαραβικής στρατηγικής.
houthi_2.webp

Γιατί επιστρατεύονται Τουρκία και Πακιστάν;


Η είσοδος της Άγκυρας και του Ισλαμαμπάντ στην εξίσωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τουρκικές και πακιστανικές μηχανοκίνητες μονάδες θα αναπτυχθούν άμεσα στα μέτωπα της Υεμένης.
Αντιθέτως, οι δύο χώρες φαίνεται ότι μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη αξία μέσω αεράμυνας, πληροφοριών, ηλεκτρονικού πολέμου, στρατιωτικών συμβούλων και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Η Τουρκία διαθέτει σημαντική εμπειρία στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων συστημάτων και στη διεξαγωγή επιχειρήσεων πέρα από τα σύνορά της.
Το Πακιστάν διατηρεί επί δεκαετίες στενούς στρατιωτικούς δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία.
Ωστόσο, ούτε η τουρκική ούτε η πακιστανική στρατιωτική εμπειρία μπορεί να μεταφερθεί μηχανικά στη σύνθετη πραγματικότητα της Υεμένης.
Μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επέμβαση θα συνεπαγόταν υψηλό κόστος, μεγάλες ανάγκες ανεφοδιασμού και έκθεση σε ασύμμετρες επιθέσεις.
Επιπλέον, η συμμετοχή ξένων στρατευμάτων σε επιθετικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να ενισχύσει το αφήγημα της Ansar Allah ότι αγωνίζεται εναντίον εξωτερικής στρατιωτικής επιβολής.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί το δίλημμα της νέας συμμαχίας: μπορεί να ενισχύσει τη σαουδαραβική άμυνα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να επιβάλει πολιτική λύση με στρατιωτικά μέσα.
nato_pact.jpg

Η στρατηγική του Mohammed bin Salman: Να μοιραστεί το κόστος του πολέμου

Μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση της σαουδαραβικής πρωτοβουλίας είναι η κατανομή των πολιτικών και στρατιωτικών συνεπειών μιας ενδεχόμενης κλιμάκωσης.
Ο Mohammed bin Salman δεν χρειάζεται απαραιτήτως μια τουρκική ή πακιστανική δύναμη για να καταλάβει μια συγκεκριμένη περιοχή της Υεμένης.
Χρειάζεται, ενδεχομένως, κάτι ευρύτερο: να μετατρέψει μια διμερή ή περιφερειακή σύγκρουση σε ζήτημα συλλογικής ασφάλειας.
Με αυτόν τον τρόπο, οποιαδήποτε επίθεση εναντίον δυνάμεων που υποστηρίζουν τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη πίεση στην Άγκυρα και στο Ισλαμαμπάντ να εμπλακούν βαθύτερα.
Το Ριάντ θα αποκτούσε έτσι περισσότερους εταίρους, μεγαλύτερο διπλωματικό βάρος και ένα ισχυρότερο αποτρεπτικό μήνυμα προς την Τεχεράνη.
Η λογική αυτή θυμίζει την ιστορική πρακτική της συλλογικής κατανομής της ευθύνης, όπου η συμμετοχή πολλών δυνάμεων καθιστά δυσκολότερη την αντιπαράθεση με οποιαδήποτε μεμονωμένα.
Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι μια τέτοια στρατηγική εμπεριέχει τον αντίστροφο κίνδυνο.
Αν η Ansar Allah δεν αποθαρρυνθεί, οι επιπτώσεις μιας στρατιωτικής σύγκρουσης θα μπορούσαν να επεκταθούν από την Υεμένη σε περισσότερα κράτη.
Η διεθνοποίηση ενός πολέμου δεν εγγυάται την αποτροπή.
Μπορεί απλώς να πολλαπλασιάσει τους εμπλεκομένους και να καταστήσει δυσκολότερη την αποκλιμάκωση.

houthi_2_5.jpg
Το Ιράν και η γεωπολιτική διάσταση της σύγκρουσης


Η αντιπαράθεση δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από τον ευρύτερο ανταγωνισμό Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν.
Η σύγκρουση που εντάθηκε μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν έχει αυξήσει την ανησυχία των κρατών του Κόλπου για την προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων, στρατιωτικών βάσεων και εμπορικών διαδρόμων.
Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να περιορίσει την έκθεσή της σε επιθέσεις και να δημιουργήσει πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, η Τεχεράνη διατηρεί στενούς δεσμούς με την Ansar Allah, την οποία αντιμετωπίζει ως σημαντικό παράγοντα στο ευρύτερο περιφερειακό ισοζύγιο.
Θα ήταν, ωστόσο, υπεραπλούστευση να θεωρηθούν οι Houthi απλώς προέκταση της ιρανικής στρατηγικής.
Το κίνημα διαθέτει δική του πολιτική δομή, τοπικές κοινωνικές βάσεις, ιστορικά αιτήματα και αυτοτελείς επιδιώξεις.
Η υποτίμηση αυτών των χαρακτηριστικών έχει συμβάλει επανειλημμένα στην εσφαλμένη ανάγνωση των εξελίξεων στην Υεμένη.
Η πίεση προς το Ιράν δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αντίστοιχη αλλαγή στη συμπεριφορά της Ansar Allah, ιδιαίτερα όταν η τελευταία θεωρεί ότι διακυβεύεται η πολιτική και στρατιωτική της επιβίωση.
map_18.webp

Bab el-Mandeb: Το πέρασμα που αλλάζει τους συσχετισμούς

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το στρατηγικό στενό Bab el-Mandeb, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Η σύνδεση της Ερυθράς Θάλασσας με τον Κόλπο του Aden καθιστά την περιοχή κομβική για το παγκόσμιο εμπόριο, την ενέργεια και τη ναυτική παρουσία μεγάλων δυνάμεων.
Οι Houthi έχουν καταδείξει ότι μπορούν να επηρεάσουν τη ναυσιπλοΐα χρησιμοποιώντας σχετικά περιορισμένους πόρους συγκριτικά με τις συμβατικές ναυτικές δυνάμεις.
Η δυνατότητα αυτή ενισχύει τη διαπραγματευτική τους σημασία, παρότι οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία παραβιάζουν την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και ενδέχεται να θέτουν αμάχους σε κίνδυνο.
Για την Τουρκία, η περιοχή συνδέεται με ευρύτερα συμφέροντα στον Κόλπο του Aden, στη Σομαλία και στις θαλάσσιες επικοινωνίες.
Η Άγκυρα μπορεί να επιδιώξει να ενισχύσει τη ναυτική επιτήρηση και την προστασία εμπορικών διαδρομών χωρίς να μετατραπεί σε βασικό πρωταγωνιστή χερσαίων επιχειρήσεων.
Το ερώτημα είναι εάν αυτή η διάκριση θα διατηρηθεί όταν ενταθούν οι συγκρούσεις.

bab_2.jpg
Το πακιστανικό δίλημμα και ο κίνδυνος διεύρυνσης


Το Πακιστάν βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση.
Από τη μία πλευρά, οι στρατηγικές σχέσεις του με τη Σαουδική Αραβία και οι αμυντικές δεσμεύσεις του δημιουργούν ισχυρά κίνητρα υποστήριξης του Ριάντ.
Από την άλλη, το Ισλαμαμπάντ δεν έχει συμφέρον να εμπλακεί σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο εναντίον των Houthi ή να οδηγηθεί σε αντιπαράθεση με το Ιράν.
Η παρουσία πακιστανικών στρατευμάτων στη Σαουδική Αραβία δεν αποτελεί από μόνη της επιβεβαίωση ανάπτυξης μάχιμων μονάδων στην Υεμένη.
Ανάλογες επιφυλάξεις ισχύουν για την Τουρκία, όπου η αποστολή δυνάμεων στο εξωτερικό συνδέεται με συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Την ίδια στιγμή, οι αναφορές για πιθανή αναζήτηση στρατιωτικής συνδρομής από τη Συρία διευρύνουν το εύρος των σεναρίων.
Εάν η κυβέρνηση του Ahmed al-Sharaa συνδεθεί επιχειρησιακά με τη σαουδαραβική προσπάθεια, θα δημιουργηθεί μια ακόμη πιο σύνθετη περιφερειακή εξίσωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια τέτοια ανάπτυξη έχει ήδη αποφασιστεί. Η δοκιμασία του νέου «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ»

Η συμφωνία της Μέκκας έχει χαρακτηριστεί από ορισμένους παρατηρητές ως πιθανή αρχή ενός «μουσουλμανικού ΝΑΤΟ».
Ο χαρακτηρισμός είναι πρόωρος.
Τα τρία κράτη διαθέτουν διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες, διαφορετικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και διαφορετικές αντιλήψεις για το Ιράν.
Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, ενώ η Σαουδική Αραβία επιθυμεί να διατηρήσει τους στρατηγικούς δεσμούς της με την Ουάσιγκτον.
Η νέα συμφωνία δεν σηματοδοτεί αναγκαστικά το τέλος της αμερικανικής επιρροής, αλλά μια προσπάθεια περιφερειακών δυνάμεων να αποκτήσουν μεγαλύτερα περιθώρια αυτόνομης δράσης.
Το πραγματικό τεστ θα είναι η Υεμένη.
Εάν ο μηχανισμός περιοριστεί στην προστασία πολιτικών υποδομών και στη διπλωματική αποκλιμάκωση, θα μπορούσε να συμβάλει στη σταθερότητα.
Εάν, αντίθετα, εξελιχθεί σε μέσο επιβολής στρατιωτικής λύσης εναντίον της Ansar Allah, υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθούν τα αδιέξοδα προηγούμενων επεμβάσεων.
saudi_4.jpg

Η Υεμένη δεν μπορεί να υποταχθεί σε μια εξωτερική στρατιωτική εξίσωση


Η Ansar Allah έχει αποδείξει ότι αποτελεί έναν παράγοντα που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή πολιτική διευθέτηση.
Η ανθεκτικότητά της δεν αρκεί για να της εξασφαλίσει αποκλειστική νομιμοποίηση να κυβερνά ολόκληρη την Υεμένη.
Η χώρα περιλαμβάνει διαφορετικές πολιτικές, κοινωνικές και περιφερειακές δυνάμεις, των οποίων τα δικαιώματα πρέπει επίσης να προστατευθούν.
Αυτό, όμως, καθιστά ακόμη λιγότερο ρεαλιστική την προσδοκία ότι ένας νέος συνασπισμός ξένων στρατών μπορεί να επιβάλει διαρκή ειρήνη παρακάμπτοντας τους ίδιους τους Υεμενίτες.
Η πραγματική πρόκληση για το Ριάντ, την Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ είναι να διακρίνουν την προστασία της ασφάλειάς τους από τη φιλοδοξία στρατιωτικής αναμόρφωσης της Υεμένης.
Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία πολέμου, το βασικό δίδαγμα παραμένει: η Ansar Allah δεν εξαφανίζεται με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ούτε η πολιτική σταθερότητα οικοδομείται αποκλειστικά με στρατιωτικές συμμαχίες.
Εάν ο Mohammed bin Salman επιχειρήσει να μεταφέρει το βάρος της αντιπαράθεσης στην Τουρκία και στο Πακιστάν, μπορεί να αποκτήσει περισσότερους συμμάχους, αλλά όχι απαραίτητα περισσότερες πιθανότητες βιώσιμης ειρήνης.
Και εάν οι Houthi απαντήσουν με περαιτέρω κλιμάκωση, η περιοχή κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν νέο κύκλο επιθέσεων, αντιποίνων και εξωτερικών επεμβάσεων.
Η διέξοδος δεν βρίσκεται σε μια ακόμη απόπειρα στρατιωτικής συντριβής του αντιπάλου, αλλά σε μια πολιτική συμφωνία που θα αναγνωρίζει τις πραγματικές ισορροπίες, θα προστατεύει τους αμάχους και θα εγγυάται την ασφάλεια της Υεμένης και των γειτόνων της.
Η νέα συμμαχία μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη και ανώτερα οπλικά συστήματα.
Εκείνο που παραμένει αβέβαιο είναι αν διαθέτει μια πολιτική στρατηγική ικανή να πετύχει εκεί όπου η στρατιωτική ισχύς απέτυχε.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης